She sat next to me. In order to haunt me. Her perfumated hormonal scent, her dangling jewellery. Her starving body all bones and straight lines, was the perfect container for the bad taste she owned – just like her coiffured, pierced, plastered and painted head was the perfect enclosure for her vacuous little brain. And, with a matching boyfriend right next to her. Mostly absorbed by staring his manicurated upper limbs or chasing his reflection on the several shiny surfaces most of the time ignorant of the fact that it was his; a cat fighting its own image on the mirror. They never exchanged more than five words between them. Most of the time they were busy texting or emailing or calling other people on their mobile devices – tweeting to their clan, announcing that their flatulence finally subsided after last night’s takeaway.

I am drinking, heavily but still sober. I had not overcome my previous encounter with the other woman. At the supermarket. I was walking aimlessly when I saw her picking a fruit yoghurt. Tall, fresh, radiant. Carpe diem impersonated. Blond hair tied back on her head, her tits mostly showing for all of us to see. I followed her for a while. She noticed me much later when she tried to sneak some chocolate into her shopping basket and looked around for prying eyes. I talked to her. I told her she was beautiful, that I felt an enormous force inside me pushing me to tell her I needed her to be next to me – a force of overpowering effect which made my jaws move up and down but what came out of my mouth was basic stereotype.

You are so beautiful that I felt I had to ask you for lunch – although you plan to eat that fruit yoghurt obviously. But stop for a minute and reconsider. Your beauty will haunt me for weeks to come. You are exactly why boys sob in pre-pubity at the late late hours of the night and if they are lucky, Mum comes to comfort them, uncombed, with tits showing through her summer nighty.

You are weightless and aethereal and you should really consider having lunch with me because I have so many things to tell you starting with the late late hours of the summer night that I sobbed in my sleep and Mum came to say all is well and kissed me tenderly.

I am squashed by your beauty and your rejection. The fact that all the idiots are watching. Me and you. The soap opera. You are so beautiful, aethereal, weightless. It would not surprise me that you do not need to eat or breathe. You don’t belong to this lowly dimension. You come from a distant Universe. A supreme existence who happened to cross paths with me because of some bizarre quantum effect.

I was squashed by my defeat – confessing to a lovely stranger in a cheap supermarket among bums, bimbos, homeless, shoplifters. In front of the obedient paying queue, in front of the robot tellers and supervisors. Idiots swiping nectar cards, earning bonus points.

Cling, clang, beep beep, cling clang, beep beep.

I confess. I am here. The end of the journey which started that August night. Sobbing in my sleep. Under the constellations and the falling stars. I wet my Mum’s nighty with salty tears – which I tasted and so she did when she kissed my nose, then my eyes and said:

All is well now. Goodnight dear boy.


Το κράτησα μυστικό και έτσι έμεινε.
Να τα εκατοστήσεις θα μου λέγανε – και εγώ θα ένιωθα οτι τα είχα ήδη.

Τα έπινα μόνος σε ένα πορνείο στην Νεκρή Ζώνη. Κοίταζα την υπέροχη ξανθιά στο ποτήρι μου. Σαν αντανάκλαση είδα απ’έξω τον Χρόνο να πηγαίνει μονόδρομο, Ο Χρόνος ο ραλλίστας.
Θα θερίσει κόσμο.
Τίποτα δεν γυρνά πίσω – εκτός από τις παιδικές αρρώστιες. Και αυτές μόνο για να τελειώσουν αυτό που αρχίσαν χρόνια πριν. Τίποτα το προσωπικό φίλε.

Έριξα μια μάτσα πεντόλιρα στον πάγκο, “… και ένα κιλό πίππες” είπα στην ξεδοντιασμένη ‘κυρία με τας καμελίας’. Μου έδειξε την Σβετλάνα, την εφημερεύουσα πόρνη – “Είναι καλή κοπέλλα, δεν βάζει στο στόμα της κακό” είπε η Πόπη, “θα δούμε” είπα.

Ο χότζας έδωσε το σήμα για την λήξη της προσευχής – και οι πιστοί πήδηξαν στα κρεβάτια τους.
(27/06/2006)


Babelfish translation :
** xxxday – 35 (Course 0-0-0) **


I kept it secret so he stayed.
To be ekatostiseis told me – and I would feel that I had already.

The drank alone in a crib in the Dead Zone. I watched the beautiful blonde in my glass. As a reflection of the time I saw outside are going one way, The time rallistas.
You will reap the world.
Nothing turns back – except for childhood diseases. And these just to finish that began years ago. Nothing personal friend.

I had a fiver boom on the bench, “… and a kilo pippes” said the toothless ‘Lady With their camellia’. He showed me the Svetlana, a prostitute on duty – “It’s a good girl, no mouthing of evil,” said Poppy, “I see,” I said.

Hodja gave the signal for the closing prayer – and the people jumped to their beds.


Σε 3, 4 ώρες βγήκε τσάρκα ο Χριστιανός ο Παπάς. Ηταν η σειρά του να καλέσει τους δικούς του πιστούς. Στην Νεκρή Ζώνη θρησκευτικό προσκλητήριο έχουμε 2,3 φορές την μέρα γιατί στους παπάδες αρέσει πολύ το μέτρημα, των ψυχών – μα και οι πιστοί πρόθυμα βάζουν την ψυχή τους στην σειρά, να μετρηθεί.

Την νύχτα, βέβαια, οι αμαρτωλοί παίρνουν την ρεβάνς – καίνε στο καντήλι της Αμαρτίας τα νιάτα τους, τα λεφτά τους, τα συκώτια, τους πνεύμονες τους.
Με λίγα λόγια, παίζουν το παιγνίδι του Διαβόλου – μόνο που δεν είναι παιγνίδι, τέλος πάντων όχι απ’αυτό που παίζουν τα παιδιά.

Ξεπεσμένοι πούστηδες, σικάτες λεσβίες, ραψοπαρθένες και λούμπεν πουτανάκια κάθε μορφής – “κάμνει τον κώλο μου να φαίνεται πλατύς αυτό το πράμα ?” – κάνουν πασαρέλα στις πίστες της Νεκρής Ζώνης,
κάτω απ’τα Γιασεμιά – αυτός που τα φύτεψε αναπαύεται πια στα Κυπαρίσσια.

Τον παίρνω τηλέφωνο, “Δεν είναι εδώ. Άφησε μήνυμα.” πετάχτηκε ο Χρόνος. Πού βρέθηκε αυτός τώρα… ? “Πε του…”, “Τι να του πώ ρε?”, “Πε του μάστρε Γιαννή οτι κατουρούν στα Γιασεμιά. Του.”,
“Χέστηκε”.

“Φύτο, ακόμα μια μπύρα”.
Έρχεται παγωμένη. Την φέρνει η λεγάμενη. “Ναστρόβια” λέει και φεύγει κουνάμενη.

[Sooner murder an infant in its cradle than nurse unacted desires]

(10/07/2006)


Babelfish Translation :

** Measuring **

At 3, 4 hours went stroll Christian Pappas. It was his turn to call his own people. In Dead Zone Invitational religious have 2.3 times per day because the priests love the counting of souls – but the faithful willingly put their soul in order to measure.

At night, of course, sinners get their revenge – burn the candle of Sin their youth, their money, livers, lungs them.
In short, play the game the Devil – but not game anyway, not from it to their children play.

Genteel gay, lesbian chic, and lumpen rapsoparthenes poutanakia any form – “I do my ass look wide this thing;” – Walk the catwalk on the slopes of the Dead Zone
From the bottom of jasmine – the one who planted now rests in Cypress.

I get the phone, “Not here. He left a message.” Time flew. Where was it now … ; “Wednesday’s …”,” What to tell the hours; “,” Wednesday’s Mastro Yiannis that pees in jasmine. Him. ”
“Chestike.”

“Plant, even a beer.”
It comes frozen. Brings to her own words. “Nastrovia” says kounameni leaves.

[Sooner murder an infant in its cradle than nurse unacted desires]


Πολύ πριν ανοίξουν τα ψευδο-σύνορα μας έπεσε στα χέρια μου ξένο διαβατήριο με το οποίο μου είπαν περνάς ‘πουπο τζιει’ εύκολα.

Πήγα στην μάνα μου, “απο εδώ μπαίνεις στο χωρκό, εδώ είναι το σχολείο – ΣΧΟΛΕΙΟ – εδώ είναι το σινεμά της ‘Φιγενούς’ – ΣΙΝΕΜΑ – εδώ είναι οι καφενέδες, του Χαραλάμπη – ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ – μετά το γιοφύρι στρίψε δεξιά. Στο πρώτο στρίψιμο αριστερά είναι το σπίτι του παππού σου – ΠΑΠΠΟΥΣ – είναι χτισμένο με πουρόπετρα πελεκητή. Ισια είναι το σπίτι της γιαγιάς σου – Χ -, σύνορα με τον ποταμό – μπροστά στα παράθυρα έχει σιδερένια πλέγματα με διάφορα σχέδια. Πίσω από αυτά τα παράθυρα έστεισε καραούλι ο παππούς σου με το αεροβόλο στο πραξικόπημα. Η φωτογραφία απο τον γάμο της δείχνει στο βάθος τα παράθυρα. Παρακάτω είναι τα περβόλια.”

Ο παππούς μου είχε άλλες έγνοιες, “Στο σπίτι μόλις μπεις θα δείς την φωτογραφία του Καγκάριν άντικρυ σου. Πε τους να σου την δώσουσιν – τι να την κάμουσιν; Άφησα μιά φορεσιά του γάμου στο αρμάρι, αν την έχουν πε τους να σου την δώσουσιν. Ε την στην φωτογραφία.” Μου δείχνει την φωτογραφία που η γιαγιά ισχυρίζεται οτι την αγκάλιασε κρυφά – αν και κάτι φαίνεται, ο παππούς λέει οτι ειναι μυγόχεσμα. “… το αρμάρι μας ήταν αρχαίο …”

Από τον τάφο της η γιαγιά μου είπε “αποκλείεται, δεν θα σ’αφήκουν” – η μόνη πραγματίστρια. Αφού ξανακάμαμε μαζί την ίδια απόπειρα χρόνια πριν με τα κυπριακά μας διαβατήτρια όμως.

Διαβατήριο, τσιγάρα craven ‘A’, σάντουιτς, φωτογραφική. Το σχέδιο ήταν να πάρω ένα ταξί για όλη την ημέρα. Άφησα τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον κύριο Νίκο του περιπτέρου και διέσχισα αργά την νεκρή ζώνη. Στο σημείο ελέγχου τους δεν με άφησαν να περάσω. Το διαβατήριο είναι ξένο αλλά το όνομα σου είναι ελληνικό. Που το ξέρετε; Εχουμε καταλόγους. Πάμε στον ανώτερο σου σε παρακαλώ. Εντάξει. ‘Αφησε με να περάσω – είμαι ξένος. Δεν είσαι ξένος – μην μας περιπαίζεις. Το όνομα σου είναι στον τηλεφωνικό κατάλογο. Σε παρακαλώ άφησε με να περάσω. Δεν μπορώ – το όνομα σου δεν ειναι ξένου, είναι κυπραίου. Μα αφού τους άλλους άφησες τους. ´Αλλαξαν τα πράματα – η κατάσταση είναι ρευστή.
Γιατί; Ολοι περιμένουν να πάω. Αλλη φορά. Σε παρακαλώ. Αλλη φορά. Εμείς εδώ θα είμαστε. Τώρα πήγαινε πίσω.

Βγήκα έξω και έκατσα στην νεκρή ζώνη σε κάτι χαλάσματα να φάω το σάντουιτς. Στο πέμπτο τσιγάρο αποφάσισα, “Επαδά θα μείνω” – το είπα Κρητικά. Οπως ο Μπόρχες όταν πολιορκούσε την Πόλη των Αθανάτων. Το σάντουιτς – λούντζα, χαλλούμι – με έκανε Αθάνατο. Τώρα θα παρακαλούσα να πεθάνω.

Μετά από χρόνια, άνοιξαν τα ψ.σύνορα. Οι περισσότεροι πήγαν από μια, δυο φορές, απομυθοποιήθηκε η παιδική τους ηλικία, μίκραναν τα σπίτια, τα πλακάκια βρώμισαν, τα παράθυρα έγιναν φεγγίτες. Θυμήθηκαν τις μάντρες που έχεζαν, τις αίγες που έβοσκαν. Και είπαν, κανεί. Οι γέροι δεν άντεχαν, οι νέοι αροθυμούσαν. Οι μεν μπήκαν πάλι στα γεροκομεία τους, οι δε στην σκλαβιά της δουλειάς τους και της τεχνητής ατμόσφαιρας των κλιματιστικών.

Ο Θείος Πετράκης όμως πάει πίσω κάθε 2,3 μέρες. Από το πρωί περπατά στο χωρκό. Κάθεται μετά μπροστά από το ψέυδο-πρώην σπίτι του (αφού η Μπανανία Α’ δεν του το αναγνωρίζει και η Μπανανία Β’ δεν του το εξαργυρώνει), στην βεράντα και ανοίγει το tupper με το φαί του. Τρώει, πίνει. Μετά πάει στα περβόλια. Επιθεωρεί τον καρπό, βρίσκει λύσεις σε θεωρητικά προβλήματα, πώς να φέρει νερό, ποιοί να είναι στο συνεργείο για τα κλαδέματα, τι λίπασμα να βάλει. Κατανέμει την δουλειά, διαβάζει τις οδηγίες στα φυτοφάρμακα, εξοικειώνεται με τις νέες τεχνικές. Εχει κάνει σχέδια. Θα κτίσει ένα πατάρι στον ημιόρωφο, να μένει κρυφά εκεί – σαν την Αννα Φρανκ. Ποιός θα τον γυρέψει, ποιός θα του πει τίποτε σε αυτές τις Μπανανίες ένθεν και ένθεν; Συμφώνησε ο νυν ένοικος. Ετσι θα γλυτώσει και την πεζίνα πηγαινέλα.


Babelfish Translation :
** Attempt **
Long before the pseudo-open border we got hold of a foreign passport with which they told me pass ‘Poupon Jie’ easily.

I went to my mother, “from here you enter the chorko, here is the school – SCHOOL – here’s the movie of ‘Figenous’ – CINEMA – here are the cafes, the Charalambi – CHARALAMPIS – after the bridge turn right. In the first twist of the left is the home of your grandfather – PAPPOUS – are built with carved sandstone. Straight is the home of your grandmother – X -, borders the river – in front of the windows have iron grids with different designs. Behind these windows he set up guard grandfather with your airgun in a coup. The photograph of the wedding shows in the background windows. Below are the orchards. ”

My grandfather had other worries, “At home once you enter you will see a picture of Kagkarin facing you. Th to thy dosousin – what to kamousin? Left a wedding gown in armari, if you have told them to thy dosousin . R in the photo. ” My photo shows the grandmother claims that hugged her secret – if something looks, the grandfather says he is mygochesma. “… The armari was our ancient …”

From the grave of my grandmother said, “is excluded, not s’afikoun” – the only pragmatistria. After xanakamame with the same attempted years ago with our Cypriot diavatitria though.

Passport cigarettes craven ‘A’, sandwiches, camera. The plan was to get a taxi all day. I left the car keys to Mr Nick’s stand and slowly crossed the buffer zone. At the checkpoint does not let me pass. The passport is foreign, but your name is Greek. Who do you know? We directories. Go to your superiors to please. All right. ‘Let me pass – I am a foreigner. You’re not a stranger – not our thumbs. Your name is in the phonebook. Please let me pass. I can not – your name is not foreign, is Kypraiou. But after they left the others. People make things – the situation is fluid.
Why everyone is waiting to go. Another time. Please. Another time. We, here we are. Now go back.

I went outside and sat in the buffer zone in ruins something to eat the sandwich. In the fifth cigarette, I decided, “DSMB will stay” – said the Cretan. As Borges when besieging the City of Immortals. The sandwiches – lountza, halloumi – made me immortal. Now I would ask to die.

After years, opened their ps.synora. Most went to one, twice, apomythopoiithike the childhood mikranan houses, tiled mess, the windows were skylights. Remembered the mantra echezan, goats grazed. And they said, do. The old men could not bear, young arothymousan. The hand came back to the gerokomeia, and the slavery of their work and the artificial atmosphere of air conditioners.

Uncle Petrakis but go back every 2.3 days. From the morning walk in chorko. It sits at the front of the pseudo-former home (since Banana A does not recognize it and Banana B ‘does not redeem his), the terrace and opens the tupper with their food. Eating, drinking. Then go to the orchards. Inspect the fruit, finds solutions to theoretical problems, how to bring water, what is the workshop on pruning, what fertilizer to help. Allocate work, read the instructions on the pesticide, familiar with new techniques. He made plans. We built a loft in imiorofo, stay hidden there – like Anne Frank. Who will seek them, who will say anything in plantains on both sides? Agreed the current tenant. This will save and pezina coming and going.