Posts Tagged ‘Ζώδια.’


Πολύ πριν ανοίξουν τα ψευδο-σύνορα μας έπεσε στα χέρια μου ξένο διαβατήριο με το οποίο μου είπαν περνάς ‘πουπο τζιει’ εύκολα.

Πήγα στην μάνα μου, “απο εδώ μπαίνεις στο χωρκό, εδώ είναι το σχολείο – ΣΧΟΛΕΙΟ – εδώ είναι το σινεμά της ‘Φιγενούς’ – ΣΙΝΕΜΑ – εδώ είναι οι καφενέδες, του Χαραλάμπη – ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ – μετά το γιοφύρι στρίψε δεξιά. Στο πρώτο στρίψιμο αριστερά είναι το σπίτι του παππού σου – ΠΑΠΠΟΥΣ – είναι χτισμένο με πουρόπετρα πελεκητή. Ισια είναι το σπίτι της γιαγιάς σου – Χ -, σύνορα με τον ποταμό – μπροστά στα παράθυρα έχει σιδερένια πλέγματα με διάφορα σχέδια. Πίσω από αυτά τα παράθυρα έστεισε καραούλι ο παππούς σου με το αεροβόλο στο πραξικόπημα. Η φωτογραφία απο τον γάμο της δείχνει στο βάθος τα παράθυρα. Παρακάτω είναι τα περβόλια.”

Ο παππούς μου είχε άλλες έγνοιες, “Στο σπίτι μόλις μπεις θα δείς την φωτογραφία του Καγκάριν άντικρυ σου. Πε τους να σου την δώσουσιν – τι να την κάμουσιν; Άφησα μιά φορεσιά του γάμου στο αρμάρι, αν την έχουν πε τους να σου την δώσουσιν. Ε την στην φωτογραφία.” Μου δείχνει την φωτογραφία που η γιαγιά ισχυρίζεται οτι την αγκάλιασε κρυφά – αν και κάτι φαίνεται, ο παππούς λέει οτι ειναι μυγόχεσμα. “… το αρμάρι μας ήταν αρχαίο …”

Από τον τάφο της η γιαγιά μου είπε “αποκλείεται, δεν θα σ’αφήκουν” – η μόνη πραγματίστρια. Αφού ξανακάμαμε μαζί την ίδια απόπειρα χρόνια πριν με τα κυπριακά μας διαβατήτρια όμως.

Διαβατήριο, τσιγάρα craven ‘A’, σάντουιτς, φωτογραφική. Το σχέδιο ήταν να πάρω ένα ταξί για όλη την ημέρα. Άφησα τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον κύριο Νίκο του περιπτέρου και διέσχισα αργά την νεκρή ζώνη. Στο σημείο ελέγχου τους δεν με άφησαν να περάσω. Το διαβατήριο είναι ξένο αλλά το όνομα σου είναι ελληνικό. Που το ξέρετε; Εχουμε καταλόγους. Πάμε στον ανώτερο σου σε παρακαλώ. Εντάξει. ‘Αφησε με να περάσω – είμαι ξένος. Δεν είσαι ξένος – μην μας περιπαίζεις. Το όνομα σου είναι στον τηλεφωνικό κατάλογο. Σε παρακαλώ άφησε με να περάσω. Δεν μπορώ – το όνομα σου δεν ειναι ξένου, είναι κυπραίου. Μα αφού τους άλλους άφησες τους. ´Αλλαξαν τα πράματα – η κατάσταση είναι ρευστή.
Γιατί; Ολοι περιμένουν να πάω. Αλλη φορά. Σε παρακαλώ. Αλλη φορά. Εμείς εδώ θα είμαστε. Τώρα πήγαινε πίσω.

Βγήκα έξω και έκατσα στην νεκρή ζώνη σε κάτι χαλάσματα να φάω το σάντουιτς. Στο πέμπτο τσιγάρο αποφάσισα, “Επαδά θα μείνω” – το είπα Κρητικά. Οπως ο Μπόρχες όταν πολιορκούσε την Πόλη των Αθανάτων. Το σάντουιτς – λούντζα, χαλλούμι – με έκανε Αθάνατο. Τώρα θα παρακαλούσα να πεθάνω.

Μετά από χρόνια, άνοιξαν τα ψ.σύνορα. Οι περισσότεροι πήγαν από μια, δυο φορές, απομυθοποιήθηκε η παιδική τους ηλικία, μίκραναν τα σπίτια, τα πλακάκια βρώμισαν, τα παράθυρα έγιναν φεγγίτες. Θυμήθηκαν τις μάντρες που έχεζαν, τις αίγες που έβοσκαν. Και είπαν, κανεί. Οι γέροι δεν άντεχαν, οι νέοι αροθυμούσαν. Οι μεν μπήκαν πάλι στα γεροκομεία τους, οι δε στην σκλαβιά της δουλειάς τους και της τεχνητής ατμόσφαιρας των κλιματιστικών.

Ο Θείος Πετράκης όμως πάει πίσω κάθε 2,3 μέρες. Από το πρωί περπατά στο χωρκό. Κάθεται μετά μπροστά από το ψέυδο-πρώην σπίτι του (αφού η Μπανανία Α’ δεν του το αναγνωρίζει και η Μπανανία Β’ δεν του το εξαργυρώνει), στην βεράντα και ανοίγει το tupper με το φαί του. Τρώει, πίνει. Μετά πάει στα περβόλια. Επιθεωρεί τον καρπό, βρίσκει λύσεις σε θεωρητικά προβλήματα, πώς να φέρει νερό, ποιοί να είναι στο συνεργείο για τα κλαδέματα, τι λίπασμα να βάλει. Κατανέμει την δουλειά, διαβάζει τις οδηγίες στα φυτοφάρμακα, εξοικειώνεται με τις νέες τεχνικές. Εχει κάνει σχέδια. Θα κτίσει ένα πατάρι στον ημιόρωφο, να μένει κρυφά εκεί – σαν την Αννα Φρανκ. Ποιός θα τον γυρέψει, ποιός θα του πει τίποτε σε αυτές τις Μπανανίες ένθεν και ένθεν; Συμφώνησε ο νυν ένοικος. Ετσι θα γλυτώσει και την πεζίνα πηγαινέλα.


Babelfish Translation :
** Attempt **
Long before the pseudo-open border we got hold of a foreign passport with which they told me pass ‘Poupon Jie’ easily.

I went to my mother, “from here you enter the chorko, here is the school – SCHOOL – here’s the movie of ‘Figenous’ – CINEMA – here are the cafes, the Charalambi – CHARALAMPIS – after the bridge turn right. In the first twist of the left is the home of your grandfather – PAPPOUS – are built with carved sandstone. Straight is the home of your grandmother – X -, borders the river – in front of the windows have iron grids with different designs. Behind these windows he set up guard grandfather with your airgun in a coup. The photograph of the wedding shows in the background windows. Below are the orchards. ”

My grandfather had other worries, “At home once you enter you will see a picture of Kagkarin facing you. Th to thy dosousin – what to kamousin? Left a wedding gown in armari, if you have told them to thy dosousin . R in the photo. ” My photo shows the grandmother claims that hugged her secret – if something looks, the grandfather says he is mygochesma. “… The armari was our ancient …”

From the grave of my grandmother said, “is excluded, not s’afikoun” – the only pragmatistria. After xanakamame with the same attempted years ago with our Cypriot diavatitria though.

Passport cigarettes craven ‘A’, sandwiches, camera. The plan was to get a taxi all day. I left the car keys to Mr Nick’s stand and slowly crossed the buffer zone. At the checkpoint does not let me pass. The passport is foreign, but your name is Greek. Who do you know? We directories. Go to your superiors to please. All right. ‘Let me pass – I am a foreigner. You’re not a stranger – not our thumbs. Your name is in the phonebook. Please let me pass. I can not – your name is not foreign, is Kypraiou. But after they left the others. People make things – the situation is fluid.
Why everyone is waiting to go. Another time. Please. Another time. We, here we are. Now go back.

I went outside and sat in the buffer zone in ruins something to eat the sandwich. In the fifth cigarette, I decided, “DSMB will stay” – said the Cretan. As Borges when besieging the City of Immortals. The sandwiches – lountza, halloumi – made me immortal. Now I would ask to die.

After years, opened their ps.synora. Most went to one, twice, apomythopoiithike the childhood mikranan houses, tiled mess, the windows were skylights. Remembered the mantra echezan, goats grazed. And they said, do. The old men could not bear, young arothymousan. The hand came back to the gerokomeia, and the slavery of their work and the artificial atmosphere of air conditioners.

Uncle Petrakis but go back every 2.3 days. From the morning walk in chorko. It sits at the front of the pseudo-former home (since Banana A does not recognize it and Banana B ‘does not redeem his), the terrace and opens the tupper with their food. Eating, drinking. Then go to the orchards. Inspect the fruit, finds solutions to theoretical problems, how to bring water, what is the workshop on pruning, what fertilizer to help. Allocate work, read the instructions on the pesticide, familiar with new techniques. He made plans. We built a loft in imiorofo, stay hidden there – like Anne Frank. Who will seek them, who will say anything in plantains on both sides? Agreed the current tenant. This will save and pezina coming and going.